Ξύπνα, έχει από ώρα ξημερώσει..

proti

«Ενώ εσύ κοιμόσουν», χα φαίνεται αστείο και σίγουρα θυμάσαι εκείνη την ταινία που είχε αυτή την φράση σαν ομώνυμο τίτλο. Καλά ίσως και να μην θυμάσαι, τώρα που το σκέφτομαι σε είχα πιέσει κάπως να πάμε στο κινηματογράφο να την δούμε. Αν θυμάμαι καλά, έλεγες πως ήσουν κουρασμένος. Ίσως και να κοιμήθηκες σε εκείνη την προβολή.

περισσότερα >

Γιατί ρε μάγκα;

arxiki

Αυτό το κείμενο είναι για εσένα. Εσένα που μου χάλασες την γιορτινή μου διάθεση. Για εσένα ναι, που πλήγωσες την αισθητική μου και χαράκωσες την χαρά μου. Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να σου πω και αυτά που θα ήθελα να μάθω για εσένα. Να καταλάβω θέλω πάνω από όλα. Πως βρέθηκες εκεί; Εκεί στο πεζοδρόμιο να αγοράζεις ένα σακουλάκι θάνατο;

Τι συνέβη στην ζωή σου; Φαντάζομαι κάτι τραγικό, πιθανόν. Ίσως η μαμά σου σε παράτησε. Ίσως στα παιδικά σου χρόνια δεν βρέθηκε κανείς να επιβραβεύσει τις προσπάθειες σου. Λυπάμαι για αυτό. Ίσως ο πατέρας σου ήταν αλκοολικός. Ίσως η μητέρα σου ήταν εθισμένη σε κάτι.

0001

Εσύ όμως; Εσύ γιατί ρε μάγκα δεν έκανες κάτι; Γιατί δεν έσφιξες το χέρι σου γροθιά; Γιατί δεν σκέφτηκες πως μπορείς; Γιατί δέχτηκες αυτήν την μοίρα για εσένα;

περισσότερα >

Σύγχρονο παραμύθι…

arxikii

Νύχτωσε, σκέφτηκε. Δίπλωσε τα φτερά της και τα έκρυψε με τέχνη μέσα από το μπλουζάκι της. Ήταν η ώρα του απολογισμού. Κάθισε σε ένα παγκάκι όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι και έμεινε να χαζεύει την αστερόσκονη που έπεφτε αργά πάνω από την πόλη. «Χμ, καλά τα κατάφερα και απόψε, αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα», είπε και χαμογέλασε σε ένα αστέρι που τρεμόπαιζε εκεί ψηλά.

περισσότερα >

Ένα διαφορετικό παραμύθι…(Μια όμορφη παράσταση σε συνεργασία με το Χαμόγελο του παιδιού)

arxikaraaaa

«Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε σε ένα δάσος μακρινό ένα κοριτσάκι. Ήταν ένα πολύ χαριτωμένο πλάσμα που της άρεσε πολύ να φοράει μια κόκκινη κάπα με κουκούλα. Δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι χωρίς την κάπα της, για αυτό και όλοι την φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα».

Αυτό το παραμύθι το ξέρουμε όλοι, σωστά; Ένα βράδυ λοιπόν, πριν περίπου ένα χρόνο, σκέφτηκα πως θα έμοιαζε η Κοκκινοσκουφίτσα εάν ζούσε σήμερα; Τι θα φορούσε και που θα της άρεσε να τριγυρνάει; Ο λύκος; Πως θα έμοιαζε αλήθεια ο «κακός λύκος» του παραμυθιού;

περισσότερα >

Η πολύτιμη συμβουλή της γιαγιάς

exofliooo

Η Βάλη ανέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια δυο- δυο. Δεξιά και αριστερά της, υπήρχαν πολύχρωμες γλάστρες με πετούνιες και πανσέδες σε κάθε σκαλί. Κάθε γλαστράκι βαμμένο και με άλλο χρώμα. «Αχ ρε γιαγιάκα μου, μεράκι που το έχεις», σκέφτηκε την ώρα που χτυπούσε την τζαμένια εξώπορτα του παλιού σπιτιού. Πίσω από το χοντρό γυαλί της πόρτας φάνηκε η αγαπημένη φιγούρα της γιαγιάς της. «Καλώς την κοκόνα μου» ακούστηκε να φωνάζει καθώς ξεκλείδωνε και μόλις άνοιξε, το ζεστό χαμόγελο της που απλωνόταν από τα χείλη έως και τα μάτια, την καλωσόρισε.

01

-Έλα κοπέλα μου, έλα κορίτσι μου, έλα μέσα. Θα μείνεις να πιούμε καφεδάκι; Μην μου πεις πως βιάζεσαι πάλι;

-Θα μείνω, γκρινιάρα μου μην ανησυχείς. Βάλε το μπρίκι στην φωτιά!

περισσότερα >

Reunion…

arxikii

Ο Παύλος φόρεσε την φούτερ ζακέτα του και βγήκε από το σπίτι, ήταν ώρα για το πρωινό του τρέξιμο. Του άρεσε πολύ αυτή η ώρα. Προσπέρασε το δίπορτο σπορ αυτοκίνητο του, που ήταν παρκαρισμένο ακριβώς έξω από το σπίτι και βγήκε στον δρόμο. Φόρεσε τα ακουστικά του και πίεσε το πλήκτρο αναπαραγωγής. Επέστρεψε μια ώρα αργότερα και μπαίνοντας στην είσοδο του σπιτιού του έλεγξε το γραμματοκιβώτιο του. Μέσα υπήρχε ένας φάκελος.

Μπήκε στο άδειο του σπίτι, άφησε τον φάκελο επάνω στο μικρό τραπεζάκι αντίκα και μπήκε στο μπάνιο. Μια ώρα μετά οδηγούσε το πολυτελές αυτοκίνητο του και κατευθυνόταν προς την επιχείρηση που ήταν μέτοχος.
Η Ελπίδα άνοιξε τα μάτια της και το πρώτο πράγμα που άκουσε ήταν το κλάμα του μωρού. Σκούντηξε με το χέρι της τον Κωστή που κοιμόταν βαθιά δίπλα της. «Σήκω Κωστή, το μωρό κλαίει είναι η σειρά σου», «Δεν πειράζει άστο να κλάψει, θα κουραστεί και θα κοιμηθεί».  Η Ελπίδα σηκώθηκε και πήγε στην κούνια του μωρού. Το σήκωσε τρυφερά στην αγκαλιά της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού που κοιμόταν το μεγαλύτερο παιδάκι τους. Κούνησε λίγο ήρεμα το μωρό και άρχισε να του τραγουδάει σιγανά ένα νανούρισμα. Μάταιο όμως ή ίδια ήταν πιο πιθανό να κοιμηθεί εκεί καθιστή παρά το μωρό.  Πήγε στην κουζίνα και με τα μάτια ακόμα κλειστά έφτιαξε καφέ και γάλα για το μωρό. Φεύγοντας ο Κώστας για την δουλειά βρήκε έναν φάκελο έξω από την πόρτα. Μπήκε και της τον έδωσε. «Αυτό είναι για εσένα» είπε και έφυγε.

0000001

Ο Στέφανος ξύπνησε από τον ήχο του τρομερού ξυπνητηριού του. «Σήκω τεμπέλη. Σήκω ρεμάλι. Σήκω ρεεεεεε», το δώρο του κολλητού του ήταν από τα πιο πετυχημένα που είχε λάβει ποτέ. Είχε ηχογραφήσει την φωνή του και τον ξυπνούσε κάθε πρωί.  Κοίταξε την ώρα. Ήταν οκτώ και μισή. Έπρεπε να σηκωθεί και να ετοιμαστεί γρήγορα για την δουλειά του. Άνοιξε την ντουλάπα του και διάλεξε την στολή του. Σήμερα στο παιδικό πάρτι που τον είχαν καλέσει θα έπρεπε να ντυθεί κλόουν. Έτσι λοιπόν ντύθηκε και έβαψε το πρόσωπο του ανάλογα. Φεύγοντας από την παλιά πολυκατοικία που έμενε κοίταξε στην είσοδο εκεί που ο ταχυδρόμος άφηνε την αλληλογραφία των ενοίκων μήπως υπήρχε κάτι για εκείνον. Βρήκε μόνο έναν φάκελο.

περισσότερα >

Ποτέ δεν είναι αργά…

arxikii

Ο Δημήτρης κατέβηκε τα λιγοστά σκαλάκια που οδηγούσαν στην ερημική παραλία. Στάθηκε εκεί στην άμμο για αρκετή ώρα. Έμεινε να χαζεύει την μεγαλόπρεπη θέα. «Κυρά μου, μου έλειψες» ψέλλισε. Ένας παφλασμός της θάλασσας  έφερε μπρός τα πόδια του ένα κύμα. Σαν να τον φώναζε ήταν, όπως παλιά. Την λάτρεψε ο Δημήτρης την θάλασσα. Την λάτρεψε και μετά την μίσησε, γιατί του στέρησε ότι είχε αγαπήσει περισσότερο στην ζωή του.

Το κρύο ήταν τσουχτερό και τα κύματα έβρεχαν τα πόδια του, όμως δεν τον ένοιαζε. Έκανε ένα βήμα να μπει λίγο πιο μέσα μα δείλιασε. «Μπα, δεν μπορώ, γέρασα πια. Αντίο Κυρά μου» σκέφτηκε, μα εκείνη την στιγμή ένα ακόμα κύμα έσκασε επάνω στα πόδια του, πιο δυνατό αυτή την φορά. Σαν απάντηση το πήρε εκείνος, «Μπορείς, δεν γέρασες!! Έλα μέσα». Χαμογέλασε και γύρισε να φύγει. Στην ηλικία του δεν του έκανε καθόλου καλό να μένει με βρεγμένα ρούχα και παπούτσια. Είχε πια περάσει τα εβδομήντα.

0001

Στην διαδρομή για το σπίτι του, σκεφτόταν εκείνα τα γεγονότα που τον στιγμάτισαν. Ήταν γιος ψαρά και του άρεσε πολύ το επάγγελμα του πατέρα του. Έτσι από μικρός πήγαινε κοντά του και ψάρευε μαζί του. Τα χρόνια πέρασαν και το αγόρι μεγάλωσε και αγάπησε ένα κορίτσι. Την Ευγενία. Πλουσιοκόριτσο εκείνη, φτωχόπαιδο αυτός.  Είδε τον εαυτό παλικάρι πια με την ψυχή στο στόμα κρεμασμένη να περιμένει την απάντηση του πατέρα της… «Είσαι απλός ένας ψαράς», του είπε εκείνος όταν πήγε να την ζητήσει. Μάταια τα δύο ερωτευμένα παιδιά, έκλαψαν και παρακάλεσαν τους γονείς της κοπέλας. Εκείνοι είχαν άλλη άποψη για το μέλλον της κόρης τους. Έτσι η Ευγενία παντρεύτηκε έναν μεγαλοκτηματία.

περισσότερα >

Η αγάπη γέφυρα

arxikii

Εκείνος…

Κοίταξε την γυναίκα που περπατούσε δίπλα του. Μα ποια ήταν; Δεν μπορούσε πια να θυμηθεί. Είχε αλλάξει τόσο πολύ που πλέον του ήταν άγνωστη.  Πόσο του είχε λείψει εκείνο το κορίτσι που κούρνιαζε στην αγκαλιά του. Εκείνο το κορίτσι που τον έκανε να νιώθει τόσο δυνατός.

Ήθελε τόσο πολύ να της μιλήσει για αυτό μα ήταν σαν να την άκουγε.. «Σοβαρά τώρα τι λες; Εγώ έχω αλλάξει που έχω αφιερωθεί τόσα χρόνια σε εσένα; Αλήθεια τώρα; Δεν έχω αλλάξει..»  Όμως αυτό ήθελε να της πει. Ότι δεν φταίει εκείνη, ποτέ δεν έφταιγε, εκείνος κάπου χάθηκε στον δρόμο και δεν ήξερε πώς να την φτάσει. Χάθηκε προσπαθώντας για την καθημερινότητα τους. Χάθηκε στα μικρά ή μεγάλα καθημερινά. Στις συμβουλές των γέρων… «πρέπει να δείξεις ποιος είναι ο αρχηγός», «μη σου πάρει τον αέρα.. κάηκες».

Ήθελε να της πει πως δεν την φτάνει. Να του δείξει λίγο το δρόμο. Να του χαμογελάσει μήπως και φωτίσει ο δρόμος του και την προλάβει. Μα πώς να  τα πει όλα αυτά. Που δεν ήξερε τις σωστές λέξεις και εκείνη μιλούσε πάντα τόσο… τόσο σωστά και πολλές φορές τον διόρθωνε.  Εκείνη που έμοιαζε να καταφέρνει τα πάντα. Εκείνη που δεν τον χρειαζόταν πια.

00001

περισσότερα >